:: wikimiki.org ::
| Κιλικία |
ΚιλικίαΚιλικία : Η νοτιοανατολικότερη παράλια χώρα στη Μικρά Ασία (έναντι της Κύπρου).
Μικρά Ασία
Γενικά
Εκτεινόμενη από του Κορακήσιου (αρχ. Αλαία) μέχρι των Κιλικίων πυλών.
Φυσικά όρια είχε Α. το Αμανό όρος, Β. και Δ. την οροσειρά του Ταύρου και Ν. το Κιλίκιο πέλαγος.
Αρχαίες χώρες συνορεύουσες ήταν προς Δ. η Παμφηλία, η Πισιδία και η Ισαυρία, προς Β. η Λυκαονία και η Καππαδοκία, προς Α. η Κομμαγηνή και Ν.Α. η Συρία. Αρχαιότερα ήταν χώρα της Καππαδοκίας. Η συνολική της έκταση 35.000 τ.χλμ διαιρείτο χωρογραφικά σε δύο τμήματα το δυτικό καλούμενο Τραχεία Κιλικία ή Τραχειώτις (πρόποδες και υψίπεδο του Ταύρου)και το ανατολικό καλούμενο Πεδιάδα. Τις περιοχές αυτές τις χωρίζει τό όρος Καλύκανδρος. Ακόμη και σήμερα η Τραχεία Κιλικία στερείται μεγάλων δρόμων με έδαφος γενικά άδενδρο και άγονο. Αντίθετα η Πεδινή είναι ευφορώτατη. Τρεις ποταμοί διαρρέουν τη πεδινή χώρα οι: Κύδνος, Σάρος και Πύραμος κανένας όμως πλωτός. Μεγάλη η παραγωγή σε δημητριακά, οίνο, λάδι και του χαρακτηριστικού χονδρού υφάσματος κιλίκιου( - ).
Το κλίμα της μεν τραχείας ηπειρωτικό, της δε πεδινής μεσογειακό.
Κάτοικοι της χώρας οι Κίλικες.
Ιστορικές Πόλεις
Πόλεις άξιες λόγου ήταν η Ταρσός (πρωτεύουσα επί του Κύδνου π.), τα Άδανα, η Μόψου-Εστία, Μόψου-Κρήνη, Ανάβαρζα, Καυδιούπολη, παράλιες δε το Κορακήσιο (η δυτικότερη πόλη), η Σελινούς (αργ. Τραϊανούπολη), Αντιόχεια Μικρά, η Αφροδισιάδα, Σελεύκεια, οι Σόλοι (Γερμανικούπολη), Πομπηϊούπολη, Αρσινόη, ο Μάλλος και η Ισσός (η ανατολικότερη πόλη).
Ιστορία
Η ιστορία της χώρας αρχίζει από την υποταγή της στη Νινευΐ όπου μετά τη καταστροφή του κράτους των Ασσυρίων (607πΧ) έμεινε ανεξάρτητη.
Το 400πχ προσχώρησε στο Κύρο τον νεότερο μετά το θάνατο του οποίου μεταβλήθηκε σε Σατραπεία.
Επί του Μ. Αλεξάνδρου απετέλεσε ίδια επαρχία, επί δε των διαδόχων του η Κιλικία υπήρξε θέατρο σκληρών αγώνων μεταξύ των Σελευκιδών και των Πτολεμαίων μέχρι που ο Αντίοχος την κατέλαβε.
Το 103πΧ καταλήφθηκε από τον Μ. Αντώνιο μετά πέρασε στη κυριαρχία του Μιθριδάτη τον οποίο και εκδίωξε ο Σύλλας το 92πΧ. Το 78πΧ ο Ανθύπατος Σερβίλιος ηττήθηκε από τους πειρατές που εκείνη τη περίοδο είχαν καταστήσει τη Κιλικία ορμητήριό τους με μεγάλους στόλους που κυριαρχούσαν στη Μεσόγειο φθάνοντας μέχρι και τον Τίβερη.
Τότε οι Ρωμαίοι αναγκάσθηκαν να αναλάβουν τον αποκαλούμενο "Πειρατικό πόλεμο" τη διεξαγωγή του οποίου ανάλαβε ο Πομπήιος (67-63πΧ) που και επέφερε μεγάλη καταστροφή στους πειρατές. Από τότε η Κιλικία γίνεται ρωμαϊκή επαρχία, διοικητής της οποίας ήταν ο Κικέρων.
Κατά τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους η χώρα διαιρέθηκε σε "Πρώτη" και "Δεύτερη" Κιλικία. Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες αντιλαμβανόμενοι τον χαρακτήρα των κατοίκων, τους προσλάμβαναν στο αυτοκρατορικό ναυτικό όπου και αποδείχθηκαν επιδέξιοι ναύτες.
Γενικά η Κιλικία λόγω θέσεως αποτέλεσε στο πέρασμα των αιώνων μέγα θέατρο πολεμικών συγκρούσεων σε εισβολές από Α. προς Δ. και αντίθετα.
Οι μεγαλύτερες μάχες που διεξήχθησαν σ΄ αυτή τη χώρα ήταν
- Μάχη στην Ισσό (όπου ο Αλέξανδρος ο Μέγας νίκησε τον Δαρείο)
- Μάχη κατά των Περσών (όπου ο Χοσρόης Βασιλεύς των Περσών τη κατέλαβε)
- Αποβίβαση του Ηράκλειου που κινήθηκε κατά του Χοσρόη.
- Επανειλημένες καταλήψεις της χώρας από τους Άραβες.
- Διέλευση των Σταυροφοριών όπου ο αρχηγός της Γ' Σταυροφορίας Φρειδερίκος Βαρβαρόσας πνίγεται στο ποταμό Κύδνο.
- Ακολουθεί τουρκική κατάκτηση.
- Διέλευση των Μογγόλων υπό τον Ταμερλάνο.
- Κατάληψη από τον Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου το 1832 πριν νικήσει τους τούρκους στο Ικόνιο και τέλος¨
- Κατάληψη από τους Γάλλους το 1919 κατά τον Α'Π.Π. παραμένοντας μέχρι το 1921 οπότε και αναχώρησαν παραδίδοντάς την πάλι στους τούρκους.
Εκλησιαστικά
Εκκλησιαστικά η Κιλικία υπαγόταν στο Πατριαρχείο Αντιοχείας. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αναχώρηση των Ελλήνων και Αρμενίων η χώρα κατέστη καθαρά μουσουλμανική.
Σημαντική όμως υπήρξε κατά τους χρόνους της πρώτης εκκλησίας επί ρωμαϊκής επικυριαρχίας και ειδικότερα η πρωτεύουσα Ταρσός από την οποία και καταγόταν ο Απόστολος Παύλος.
Σχετ. Πράξεις Θ΄:11,30 και ΚΑ΄:39.
Σήμερα
Η Κιλικία σήμερα αποτελεί τμήμα του τουρκικού κράτους υπαγόμενο στο "Βιλαέτι" (=Νομαρχία) των Αδάνων (Adana) με κύριο λιμάνι τη Μερσίνα. Άλλες πόλεις σημαντικές είναι η Ταρσός (δυτικά των Αδάνων), Μισίς (αρχ. Μόψου εστία), Καρά ισαλού (αρχ.Μόψου κρήνη) και Οσμανιγέ (Osmaniye).
Ανατολικά των Αδάνων και εντός του όρμου της Αλεξανδρέττας βρίσκεται το νέο λιμάνι Τζεϋχάν (Ceyhan) όπου και καταλήγουν δύο πετρελαιαγωγοί από το Ιράκ.
Μέσω πεδινής Κιλικίας διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Βαγδάτης από τις Κιλίκιες πύλες προς τις Αμανικές με διακλάδωση προς Άδανα και Μερσίνη.
Πρό του 1922 είχε 422.000 κατοίκους εκ των οποίων 128.000 ήταν Έλληνες.
Σημειώσεις
Στρατ. ιστορία 1916-1920
Στρατ. επιχ. 1916-1920
Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο η τύχη της Κιλικίας και των λοιπών χωρών της Τουρκίας εξαρτήθηκαν από διαδοχικές συμφωνίες μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων που ήταν και οι ακόλουθες:
Το 1916 η Κιλικία αναγνωρίστηκε ως Ιταλική ζώνη ενώ το 1917 ως Γαλλική. Αργότερα με τη Συνθήκη των Σεβρών αποσπάσθηκε της επιρροής της Γαλλίας αποδιδόμενη στη Τουρκία. Αλλ΄ όμως η Γαλλία δια του από Σεβάστεια πληρεξούσιού της κ. Πικό σε ιδιαίτερη συνεννόηση με τον Μουσταφά Κεμάλ είχε προχωρήσει σε συνθήκη με όρους που η μεν Γαλλία παρατιόταν της Κιλικίας υπέρ της Τουρκίας, ο δε Μουσταφά Κεμάλ αναγνώριζε τους γάλλους διπλωμάτες της περιοχής.
Η Γαλλία το έπραξε αυτό επειδή η Αγγλία από το Σεπτέμβριο του 1919είχε ήδη αρχίσει την απόσυρση 24 Ταγμάτων προς την Μοσούλη που τον ίδιο καιρό απεκαλύφθησαν και τα κοιτάσματα πετρελαίου. Από την άλλη ο Μουσταφά Κεμάλ είχε αντιληφθεί τις μεταξύ των Δυνάμεων έριδες και στράφηκε κατά των Γάλλων στη Κιλικία και Συρία.
Ο Γάλλος στρατηγός Γκουρώ μετέφερε στη Κυβέρνησή του την εξέλιξη των πραγμάτων αλλά έλαβε από τον Κλεμανσώ τη διαταγή "η αντικατάσταση να γίνει αμέσως τιθέμενου ενός Γάλλου πανταχού όπου υπάρχει είς Άγγλος, όπως στην αντικατάσταση ενός σκοπού"
Με αυτές τις συνθήκες το Φθινόπωρο του 1919 ελάχιστες γαλλικές δυνάμεις διασπάρθηκαν. Οι συγκοινωνίες ήταν στη χώρα σπάνιες. Ο ανεφοδιασμός των στρατιωτικών τμημάτων δύσκολος. Έτσι ο επερχόμενος χειμώνας επέδρασε ολέθρια τόσο στην υγεία των Γάλλων όσο και στο ηθικό τους. Προκειμένου να αντιμετωπίσει τη κατάσταση, ο στρατηγός Γκουρώ προσπάθησε να συγκροτήσει ένοπλα τμήματα από Αρμένιους. Αυτό εξώθησε το φανατισμό των Κούρδων της περιοχής κατά των "μισητών απίστων" Αρμενίων. Αλλά και ο Εμίρης Φεϋζάλ στη Συρία δεν ήταν και τόσο φιλικός στους Γάλλους. Σ΄ αυτή τη κατάσταση η Γαλλία άφησε τους αντιπάλους της να ενισχύονται από το κεμαλικό στρατό προχωρώντας στην απόλυση των κληρωτών 1918.
Έτσι επί μετώπου 400χλμ από Μερσίνα μέχρι Ούρφα (Έδεσσα) τα εγκατασταθέντα γαλλικά τάγματα υπέστησαν αιματηρές ήττες.
Από 21 Ιανουαρίου μέχρι 9 Φεβρουαρίου 1921 τα εγκλωβισμένα και πολιορκούμενα στο Μαράς γαλλικά τάγματα αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Τον δε Απρίλιο του 1921 δύο γαλλικά τάγματα συντρίφτηκαν στην Αϊντάμπ. Τον Αύγουστο (1921) ο στρατηγός Γκουρώ εισηγήθηκε και προέτρεπε επανειλημένα τη Κυβέρνησή του για την εκμετάλλευση της από Σαγγάριο - Άγκυρα Ελληνικής εκστρατείας. Εκείνη όμως αρνήθηκε κάθε παρέμβαση και προτίμησε να συνάψει στις 20 Οκτωβρίου 1921 στην Άγκυρα τη καλούμενη Συνθήκη του Φραγκλέν Μπουγιόν (από το όνομα του Γάλλου αντιπροσώπου).
Κατά την αποχώρηση του, ο γαλλικού στρατός πούλησε στους Τούρκους (σχεδόν χάρησε) αξιόλογο πολεμικό υλικό όπως αεροπορικό υλικό, πυροβόλα, όπλα, πυρομαχικά κλπ με τα οποία ενισχύθηκε σημαντικά ο έναντι του ελληνικού μετώπου στη Μικρά Ασία συγκεντρωμένος κεμαλικός στρατός.
Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, Οκτώβριος 1922, διακανονίστηκαν και τα προς Συρία όρια της Τουρκίας καθώς και η ακώλυτη χρησιμοποίηση της σιδηροδρομικής γραμμής: Οσμαγιέ - Μουσλίμ - Χαράμ - Νισεμπίν (Μοσούλης).
Φιλοτελικές 1919-1920
Μετά την κατάληψη της Κιλικίας από μικτά άγγλο-γαλλικά στρατεύματα το 1919, εξακολούθησαν να κυκλοφορούν τα τουρκικά γραμματόσημα. Μετά όμως την αποχώρηση των άγγλων και όταν η περιοχή τέθηκε υπό γαλλική διοίκηση τότε με εντολή του Γάλλου γενικού διοικητή συγκεντρώθηκαν στα Άδανα όλα τα εις τα ταχυδρομικά γραφεία της Κιλικίας ευρισκόμενα γραμματόσημα στα οποία και τέθηκαν τρεις διαδοχικές επισημάνσεις με τη λέξη CILICIE. Η σειρά αυτή απαρτίζεται από 52 επίσημες εκδοθείσες αξίες.
Μετά πάροδο τετραμήνου και λόγω αύξησης ζήτησης των γραμματοσήμων οι γαλλικές αρχές προμηθεύτηκαν μεγάλες ποσότητες τουρκικών γραμματοσήμων από Κωνσταντινούπολη οι οποίες και επισημάνθηκαν με τις λέξεις Τ.Ε.Ο. (Territoires Ennemis Occupes = κατεχόμενα εχθρικά εδάφη) και Cilicie. Η νέα αυτή σειρά απαρτίζεται εξ 20 αξιών με δύο τύπους επισημάνσεις.
Μετά την εξάντληση και των τελευταίων αυτών οι γαλλικές αρχές μη δυνάμενες να προμηθευτούν πλέον άλλα γραμματόσημα, συγκέντρωσαν όλα τα υπάρχοντα στη Κιλικία τουρκικά χαρτόσημα για τη φορολογία σπίρτων και τα μεταβάλανε σε γραμματόσημα με την επισήμανση OCCUPATION MILITAIRE FRANCAISE - CILICIE (Γαλλική στρατιωτική κατοχή - Κιλικία) με νέες αξίες σε παράδες και γρόσια με γαλλικούς χαρακτήρες.
Αργότερα το 1920 αποσύρθηκαν της κυκλοφορίας όλες οι παραπάνω προσωρινές εκδόσεις και αντικαταστάθηκαν με νέες σειρές γαλλικών γραμματοσήμων με επισήμανση O.M.F. (=Occupation militaire francaise) Cilicie και νέα αξία σε παράδες και γρόσια. Η νέα αυτή σειρά τυπώθηκε στη Βηρυττό απαρτιζόταν εξ 9 αξιών σε δύο τύπους.
Τέλος το ίδιο έτος κυκλοφόρησε μιά ιδιαίτερη σειρά προς χρήση της ανατολικής επαρχίας (σατζακιού) εξ 7 αξιών. Η σειρά αυτή που ελάχιστα κυκλοφόρησε φέρει εκτός της παραπάνω τελευταίας επισήμανσης και τις λέξεις SAND.EST (δηλαδή Sandjak Est = ανατολικό σαντζάκιο).
Από τα παραπάνω γραμματόσημα πάρα πολλά θεωρούνται σπάνια με τιμές όμως μέτριες.
"Attila" I και II (1974)
Κατηγορία:Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Κατηγορία:Γεωγραφία Βίβλου
Κατηγορία:Ελληνισμός Μικράς Ασίας
Κατηγορία:Ελληνιστική περίοδος
Κατηγορία:Ιστορική Γεωγραφία
Κατηγορία:Μικρά Ασία
Κατηγορία:Ρωμαϊκή περίοδος
Κατηγορία:Τουρκία
Μικρά Ασία
Με τον όρο Μικρά Ασία νοείται η χερσόνησος που προεκτείνεται δυτικά της ασιατικής ηπείρου σε μια νοητή γραμμή που ξεκινά από τον κόλπο της Αλεξανδρέτας (Ισσός) έως την Τραπεζούντα της Μαύρης Θάλασσας. Βρέχεται από τρεις θάλασσες, τον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα) στο Βορρά, τη Μεσόγειο στο Νότο και το Αιγαίο δυτικά. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός της είναι 36°-42° βόρειο πλάτος και 26°-40° ανατολικό μήκος. Το μέγιστο μήκος είναι 1044 χλμ. και το μέγιστο πλάτος 509 χλμ. αντίστοιχα. Στο δυτικό άκρο της σχεδόν αγγίζει την ευρωπαϊκή ήπειρο, από την οποία χωρίζεται μόνο από τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων (Ελλήσποντος) και τη θάλασσα του Μαρμαρά, (Προποντίς), μέσω των οποίων ενώνεται η Μεσόγειος και η Μαύρη Θάλασσα.
Ονομασία
Στη μακρινή αρχαιότητα δεν απαντάται κάποιος συγκεκριμένος όρος για την περιοχή, η οποία γίνεται γνωστή σύμφωνα με τις φυλές που την κατοικούν. Ο όρος Ασία γίνεται ιδιαίτερα γνωστός από τους Ρωμαίους, για τους οποίους η περιοχή ήταν δυτική επαρχία μαζί με τις περιoχές της Μυσίας, της Φρυγίας, της Καρίας αι της Φρυγίας. Ο πρώτος συγγραφέας που χρησιμοποίησε τον όρο Asia minor ήταν ο χριστιανός συγγραφέας Ορόσιος (Hist., I, 2, 10), περί το 400 μ.Χ. Οι συγγραφείς της πρώιμης βυζαντινής περιόδου την αναφέρουν ως "η μικρά Ασία". Υπό βυζαντινή διοίκηση ήταν περισσότερο γνωστή ως Ανατολή. Διοικητικά η Ανατολή ήταν "θέμα", δηλαδή μία από τις 29 επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από την εποχή της κατάρρευσης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και εντεύθεν, δηλαδή στην εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έγινε γνωστή ως Ανατολία.
Γεωγραφία
Οθωμανικής αυτοκρατορίας
Η Μ. Ασία εκτείνεται σε υψίπεδο, που ποικίλει από τα 700 έως τα 1800 περίπου μ. πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Μεγάλες οροσειρές διατρέχουν την περιοχή στον ανατολικό δυτικό άξονα, ενώ μικρότερες ομάδες ορέων και μεμονωμένες κορυφές είναι διασκορπισμένες σε όλη τη γη. Σε ό,τι αφορά στην έκτασή της η Μ. Ασία καλύπτει περίπου 391.500 τετρ. χλμ. και έχει περίπου το μέγεθος της Γαλλίας. Σε ό,τι αφορά στα φυσικά χαρακτηριστικά της συγκρίνεται πολλές φορές με την Ισπανία. Τα όρη της βόρειας ακτής, η Ποντική οροσειρά υψώνεται απότομα από τη θάλασσα με αποτέλεσμα η φυσική διαμόρφωση να μην επιτρέπει τη δημιουργία φυσικών ή τεχνητών λιμένων, εκτός από την περιοχή του Βοσπόρου. Η οροσειρά του Ταύρου στο Νότο ακολουθεί μια ακανόνιστη γραμμή διαμορφώνοντας ένα φυσικό όριο ανάμεσα στα κεντρικά υψίπεδα και τη νότια θάλασσα, που διακόπτεται μόνο από τις πεδιάδες της Παμφυλίας και της Κιλικίας. Στο εσωτερικό της Μ. Ασίας η οροσειρά του Αντι-Ταύρου και απομονωμένες κορυφές υψώνονται σαν τείχη εμποδίζοντας τις οδικές επικοινωνίες και τις εμπορικές ανταλλαγές. Ορισμένες από αυτές τις κορυφές σαν το όρος Αργαίος στην Καππαδοκία είναι ηφαιστειογενούς προέλευσης με κρατήρες κωνικού σχήματος. Σε όλο αυτό το φυσικό σύστημα υπάρχουν λιγοστά υψηλά περάσματα, όπως οι γνωστές "Πύλες της Κιλικίας" στο ανατολικό άκρο, η μοναδική είσοδος από τις πεδιάδες της Συρίας. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολούθησαν όλοι οι κατακτητές της Μ. Ασίας εξ ανατολών. Δυτικά τα βουνά σταδιακά φθίνουν σε ύψος, έως ότου καταλήγουν στη θάλασσα διαμορφώνοντας ένα γοητευτικό φυσικό τοπίο με αμέτρητους κολπίσκους.
Η Μ. Ασία είναι ένας πλούσιος τόπος από γεωλογικής άποψης. Η αχανής κεντρική μάζα του Αργαίου όρους στην Καππαδοκία αποτελείται κυρίως από κρητιδικό ασβεστόλιθο, ενώ αφθονεί γενικότερα σε ανατολή και δύση ο ασβεστόλιθος. Οι ποταμοί μεταφέρουν τεράστιες ποσότητες αυτού του υλικού -κυρίως την άνοιξη- που πετρώνει σταδιακά και μεταβάλλει τις κοίτες τους, μεταβάλλοντας παράλληλα τεράστιες εκτάσεις σε άγονα εδάφη. Επιπλέον υπάρχει άφθονο Φρυγικό και Προκοννησιακό μάρμαρο, ίδιο με αυτό που χρησιμοποίησαν οι γλύπτες και οι οικοδόμοι της Περγάμου και της Ρόδου. Οι ποταμοί της Μ. Ασίας είναι πολυάριθμοί και εκβάλλουν κυρίως στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Δεν είναι πλώιμοι, όμως, και τούτο υπήρξε σαφώς πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα της περιοχής από αρχαιοτάτων χρόνων. Υπάρχουν συνολικά 26 λίμνες στα υψίπεδα,μερικές από τις οποίες συναγωνίζονται σε μέγεθος και ομορφιά τις λίμνες της Ελβετίας. Οι θερμές ιαματικές πηγές είναι πολυάριθμες και αποτελούν χαρακτηριστικό της ηπεριωτικής χώρας. Γενικώς το κλίμα είναι ψυχρότερο από αυτό της ευρωπαϊκής χερσονήσου που εκτείνεται στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος και υπόκειται σε ακραίες θερμoκρασιακές μεταβολές εξαιτίας της γενικής έλλειψης υγρασίας.
Ιστορία
Ελβετίας
H M. Ασία από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε σταυροδρόμι πολιτισμών και κυρίως σημείο συνάντησης μεταναστευτικών φυλών που μετακινούνταν από την ανατολή προς τη δύση ή και αντίστροφα ενίοτε. Οι ανασκαφές του Τζέιμς Μέλαρτ (James Mellaart) ανάμεσα στο 1961 και το 1965 στο Τσατάλ-χουγιούκ (Çatalhöyük) αποκάλυψαν πως η Ανατολία ήταν κέντρο προηγμένου πολιτισμού ήδη από το 7500 π.Χ., κατά την Νεολιθική και την Χαλκολιθική περίοδο. Στην αυγή της ιστορίας ως κάτοικοι αναφέρονται οι Χάλυβες -σε σχέση με τα κοιτάσματα σιδήρου του Καυκάσου στη Μαύρη θάλασσα- οι Ίβηρες, οι Κόλχοι ([http://www.perseus.tufts.edu/cgi-bin/ptext?doc=Perseus:text:1999.01.0125&query=section%3D%231037 Βλ. Ηρόδοτος, 2, 104 1]) και άλλες φυλές. Θρακικές φυλές αναφέρονται επίσης στη Φρυγία και τη Βιθυνία, τον αρχικό πιθανώς τόπο καταγωγής τους, ενώ συναντάμε σημιτικούς λαούς στην Καππαδοκία κατά τους ιστορικούς χρόνους. Από το 1500 έως το 1000 π.Χ οι Χιττίτες κατέκλυσαν την περιοχή, φθάνοντας ως την Έφεσο και τη Σμύρνη. Απομεινάρια του πολιτισμού τους (γλυπτά και λίθινοι βωμοί) έμειναν ως τις μέρες μας στο Μπογάζ-κιόι της Καππαδοκίας. Ο μύθος της πολιτείας των Αμαζόνων στην κοιλάδα του Θερμόδοντα φαίνεται πως προέκυψε από το θηλυκό ιερατείο της χιττιτικής θεότητας Μα, η οποία στο ελληνικό μυθολογικό πάνθεο μετουσιώθηκε σε Αρτέμιδα, ειδικότερα στην Έφεσο, με τη λατρεία της πολύστηθης Αρτέμιδας.
Πριν από τους Χιττίτες, όμως, φαίνεται πως η γη της Μ. Ασίας κατοικήθηκε από τους Τουράνιους, οι βραχογραφίες και οι τύμβοι των οποίων ακόμα αποτελούν αίνιγμα για τους αρχαιολόγους, τους ιστορικούς και τους φιλόλογους. Με το όνομα Τουράν αναφερόμαστε στην περιοχή ανατολικά της Κασπίας θάλασσας, όπου η αρχαιολογική έρευνα έχει δείξει ότι αναπτύχθηκε εξαιρετικά ανεπτυγμένος πολιτισμός Σουμεριακής (Μεσοποταμιακής) προέλευσης. Απόγονοι αυτών των λαών είναι οι Σκύθες, οι Μήδοι, οι Πάρθες, οι Χοράσμιοι, οι Σαρμάτες κ.α.
Οι σύγχρονες ανακαλύψεις του Σλήμαν (Schliemann) και του Ντόρπφελντ (Dörpfeld) στο Χισαρλίκ, στην αρχαία Τρωάδα επιβεβαίωσαν την ημερομηνία καταστροφής της Τροίας (1200-1100 π.Χ.) θέτοντας έτσι έναν ιστορικό σταθμό για την αλληλουχία των γεγονότων. Ωστόσο δεν ήταν ούτε ο Αγαμέμνων και οι Αργείοι του εκείνοι που κατέκτησαν την Μ. Ασία. Περίπου το 1100 π.Χ. ωθούμενοι από την πίεση των Δωρικών φυλών αρκετοί Έλληνες μετανάστευσαν ανατολικά από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία για να εγκατασταθούν σε νησιά του Αρχιπελάγους και στις νότιες ακτές της Μ. Ασίας, όπου οι εκβολές ποταμών και η διαμόρφωση των ακτών ευνοούσαν την ανάπτυξη του εμπορίου.
Από τον 9ο έως τον 6ο αι. π.Χ. σε μια μακρά διαδοχή μεταναστεύσεων Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς έφθασαν ως τις ακτές της Μ. Ασίας ως έμποροι, αποικιστές, τυχοδιώκτες και στρατιώτες, έκτισαν τις πόλεις τους, αναμείχθηκαν με τους γηγενείς πληθυσμούς υιοθέτησαν τμήμα της θρησκείας τους (βλ. πολύστηθη 'Άρτεμις) και σύντομα εγκαθίδρυσαν έναν αξιόλογο πολιτισμό που προπορεύθηκε σε πολλές περιπτώσεις εκείνου της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η ανάπτυξη αυτού του πολιτισμού θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς το πρώτο κεφάλαιο στην ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού κυρίως εξαιτίας της φιλοσοφικής σκέψης που παρήγαγε. Σε αυτή την περίοδο κόπηκαν τα πρώτα τετράγωνα νομίσματα από ήλεκτρον, (Λυδία-7ος π.Χ.), πιθανώς ως αποτέλεσμα των εμπορικών συναλλαγών των γηγενών με τουςε Έλληνες, ενώ άρχισαν οι Λυδοί βασιλείς -σύμφωνα με τον Ηρόδοτο- να ενδιαφέρονται για το μαντείο των Δελφών και να στέλνουν δώρα στον ναό του.
Περί τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. κατόρθωσε να εξαπλώσει την ηγεμονία του στην ευρύτερη περιοχή ο βασιλιάς των Λυδών Κροίσος, (548-546 π.Χ.), ο οποίος σύντομα εκδιώχθηκε από τον Πέρση Κύρο, που μετέτρεψε όλη την περιοχή σε επαρχία του διοικητικού συστήματος της Περσίας. Σε εκείνα τα χρόνια οι φιλοδοξίες του Μεγάλου Βασιλέα Δαρείου Α΄ και του διαδόχου του Ξέρξη Α΄ έφεραν σε σύγκρουση τις ελληνικές πόλεις-κράτη με την περσική αυτοκρατορία (500-449 π.Χ.). Η περσική ήττα προκάλεσε αλλεπάλληλες κοινωνικές αλλαγές που προετοίμασαν το δρόμο για τον Αλέξανδρο και την ολοκληρωτική κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας από τους Έλληνες.
Ακολούθησε μια δύσκολη και ταραγμένη περίοδος κατά την Ελληνιστική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οι Σελευκίδες, διάδοχοι του Αλέξανδρου διεκδίκησαν τη Μ. Ασία με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τα νέα βασίλεια του Πόντου, της Βιθυνίας, της Καππαδοκίας, της Περγάμου και της Κιλικίας, όπως και το κελτικό βασίλειο της Γαλατίας (280 π.Χ.), αποτέλεσμα των πολεμικών περιπετειών με τους Γαλάτες επιδρομείς στη Μ. Ασία. Οι επόμενοι επτά περίπου αιώνες έφεραν και την ιδιαίτερη σφραγίδα του κελτικού πολιτισμού.
Η ελληνική τέχνη, που ήδη είχε ανθίσει με τρόπο θαυμαστό στα ιωνικά νησιά, στα κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας και στη νότια Μ. Ασία ανανεώθηκε στο ορεινό βασίλειο της Περγάμου υπό τη διακυβέρνηση των Ατταλιδών. Ακολούθησαν οι πόλεμοι με τη δημοκρατική Ρώμη (190-63 π.Χ.), που τελείωσαν με την ήττα και το θάνατο του μεγάλου Μιδραδάτη ΣΤ΄, του "Ανατολίτη υπερασπιστή της ελληνικής ελευθερίας", ενώ ο Πόντος και η Βιθυνία στις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας απειλούνταν διαρκώς από τις εξ ανατολών επιδρομές. Γενικά οι πρώτοι τρεις αιώνες της Ρωμαϊκής διακυβέρνησης ήταν περίοδος ειρήνης και ευημερίας για την ευρύτερη περιοχή της Μ. Ασίας. Τούτη την περίοδο ειρήνης ακολούθησαν τρεις αιώνες περίπου πολέμων της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την Περσία.
Η εκμηδένιση της περσικής φιλοδοξίας από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641) απλώς μετέθεσε χρονικά τον κίνδυνο. Οι Άραβες και οι διάδοχοί τους, οι Τούρκοι, Διεκδίκησαν επίμονα την Ανατολία και τελικά τα κατάφεραν. Οι αραβικές επιδρομές από το 672 έως το 717 απωθήθηκαν από την Κωνσταντινούπολη και η περιοχή έμεινε "θέμα" υπό Βυζαντινή διακυβέρνηση, αν και το χριστιανικό κράτος της Αρμενίας υπέφερε τα πάνδεινα από τις αλλεπάλληλες καταστροφές.
Αρχαίες χώρες
Οι αρχαίοι Έλληνες διαιρούσαν τη Μικρά Ασία σε 15 χώρες των οποίων τα ονόματα ως επί το πλείστον λάμβαναν από τους κατοικούντες λαούς τους. Και αυτές ήταν τρεις προς Β. ο Πόντος, η Παφλαγονία και η Βιθυνία, τρεις προς Δ.: η Μυσία (στην οποία υπαγόταν η Μυγδονία, η Τρωάδα και η Αιολίδα), η Λυδία (στην οποία υπαγόταν η Μαιονία ανατολικά και η Ιωνία δυτικά) και η Καρία, τέσσερις προς Ν.: η Λυκία, η Πισιδία, η Παμφυλία και η Κιλικία και τέλος πέντε στο μέσον: η Φρυγία, η επί Ρωμαίων δημιουργηθείσα Καβαλίδα (Καβαλίς), η Ισαυρία, η Λυκαονία, η Γαλατία και η Καππαδοκία (στην Λευκοσυρία της οποίας υπαγόταν η Λυκαστία).
Αρχαίοι λαοί
Αρχαίοι λαοί της Μικράς Ασίας υπήρξαν οι: Χετταίοι ή Χιττίτες ή Χεττείμ (κατά Π. Διαθήκη), Βιθυνοί, Φρύγες, Μυσοί, Κιμμέριοι, Μύγδονες, Τρώες ή Τρήρες, Ίωνες, Αιολείς, Μαίονες, Λυδοί, Κάρες, Καππαδόκες, Πισίδες, Λυκάονες, Ίσαυροι, Λέλεγες, Λύκιοι (Κρήτες), Γαλάτες (Τεκτόσαγες, Τολιστοβόγιοι και Τρόκμοι), Κιρκάσιοι ή Τσερκέζοι, Καρδούχοι ή Κούρδοι, Πέρσες, Άραβες, Σελτσούκοι και Οσμανίδες.
Νεότεροι λαοί
Τούρκοι, Έλληνες (γηγενείς), Αρμένιοι, Εβραίοι, Κούρδοι, Τσετμήδες ή Τσεπσήδες, Κυζυλμπάσηδες ή Ταχτατζήδες, Γιουρούκηδες, Γύφτοι, Ζεϊμπέκηδες, Τουρκμάνοι, Λαζοί, Κρομλήδες, Οφλήδες, Γκιουρτσήδες ή Ίβηρες, Τουρκοκρήτες, Τσιγγάνοι κ.ά.
Προτεινόμενη Βιβλιογραφία
[1] Tolstov, S.P., Ancient Chorasmia, Izdatelstvo Moskovskogo gosudarstvennogo Universiteta, (Moscow 1948)
Δικτυακοί τόποι
Κατηγορία:Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Κατηγορία:Γεωγραφία Βίβλου
Κατηγορία:Ελληνισμός Μικράς Ασίας
Κατηγορία:Ελληνιστική περίοδος
Κατηγορία:Ιστορική Γεωγραφία
Κατηγορία:Μικρά Ασία
Κατηγορία:Ρωμαϊκή περίοδος
ja:アナトリア半島
ko:소아시아
simple:Asia Minor
th:อนาโตเลีย
Καππαδοκία
Καππαδοκία
Γενικά
Μία από τις μεγαλύτερες περιοχές της ανατολικής Μικράς Ασίας. Σήμερα αποτελεί οθωμανική επαρχία περιλαμβάνουσα τέσσερεις διοικήσεις τη Καισάρεια, Νίγδη, Γκιοζγκάτ και Κιρ-Σεχίρ.
Μέχρι το 1922 οπότε και η ανταλλαγή πληθυσμών οι κάτοικοι της Καππαδοκίας κατά θρήσκευμα και εθνικότητα ήταν α) Μωαμεθανοί Τούρκοι και Κούρδοι απόγονοι των Καρδούχων ορεσίβιοι , Αφσάροι λαός ληστρικός, και Κιρκάσιοι που μετανάστευσαν περί τον ΙΘ’ αι. από Ρωσσία. Β) Χριστιανοί ορθόδοξοι Έλληνες και Γ) Αρμένιοι που μετανάστευσαν τον μεσαίωνα από Αρμενία. Γλώσσες ομιλούμενες ήταν η Ελληνική με πολλές παραφθορές, η Τουρκική, η Αρμενική και η Κουρδική. Κάτοικοι μετά το 1922: 700.000.
Φυσικά όρια της Καππαδοκίας είναι προς Β. ο Εύξεινος Πόντος, προς Α. ο ποτ. Ευφράτης, προς Ν. το όρος Ταύρος και προς Δ. ο ποτ. Άλυς . Χώρες παλαιότερες που συνόρευαν ήταν προς Δ. η Παφλαγονία, η Λυκαονία και η Γαλατία, προς Ν. η Κιλικία και η Συρία και προς Α. η Αρμενία και η Συρία.
Υψηλότερο όρος ο Αργαίος (4000μ.) συνεχώς χιονοσκεπείς και η μεγάλη οροσειρά του Ταύρου. Κύριοι ποταμοί ο Άλυς (εκ του ορυκτού άλατος στις όχθες του), ο Ευφράτης, ο Ίρις και ο Σάρος. Το έδαφος κατά το πλείστον υψίπεδα βοσκότοποι, εύφορα προς Πόντο και Ευφράτη και δασώδη προς οροσειρά.
Οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς διακρίνουν δύο Καππαδοκίες μία προς τον Ταύρο τη Μεγάλη Καππαδοκία με πρωτεύουσα τη Μάζακα , και επί Αλεξανδρινών χρόνων Ευσέβεια, με άλλες μεγάλες πόλεις τη Καισάρεια (τουρκ. Καΐσαρι), τη Μελίτη ή Μελιτινή (σημ. Μαλάτια) τη Τύανα αρχ. Πόλη αργότερα Χριστούπολη που καταστράφηκε τον Η’αι,. τη Κόμανα προς τον αντίταυρο αρχαία πόλη με φημισμένο ιερατείο και Μαντείο παρά το π. Σάρο (σημ. Σερ),και μία προς Πόντο τη Ποντική Καππαδοκία πρωτεύουσά της η Αμισός με άλλες πόλεις τη Φαρνακία αργ. Κερασούς, Τραπεζούντα, Αμάσεια και Κόμανα Ποντική.
Ιστορία
Αρχαία εποχή
Πρώτος που μνημονεύει τη Καππαδοκία ήταν ο Ηρόδοτος και τους κατοίκους της Καππαδόκες που πρέπει να εγκαταστάθηκαν μετά το 1600 πΧ αφού εκεί ήταν το κράτος των Χετταίων με πρωτ. τη Χέτα (σημ. Μπογκάζγκιοϊ) όπου βρέθηκαν και τα περισσότερα μνημεία. Οι Καππαδόκες φαίνεται πως είχαν στρατιωτική οργάνωση με ανώτατο άρχοντα και άλλους δευτερεύοντες ηγεμόνες. Μετά την εγκατάστασή τους δημιούργησαν πολλά μικρότερα κράτη με δυναστείες κληρονομικές υπό του ανωτάτου άρχοντα πάντα του Βασιλέως. Ένα σύστημα – κράτος φεουδαλικό στηριζόμενο στη στρατιωτική αριστοκρατία.
Το σύστημα αυτό ήταν βαθιά ριζωμένο στους Καππαδόκες αφού εξακολούθησε και μετά τη υποταγή τους στους Πέρσες, Μακεδόνες, Ρωμαίους. Έτσι μπορεί να ήταν έθνος πολεμικό αλλά όχι πολυπληθές και πολιτισμένο, και αυτό γιατί τάχιστα οι κατακτητές αναμίχθηκαν μ΄ αυτούς και έτσι οι παλαιότεροι Έλληνες αποκαλούν αυτούς Λευκοσύριους ή Συρίους Καππαδόκες.
Περσική εποχή
Περί το 1100 πΧ δέχθηκαν επίθεση των Ασσυρίων επί Βασιλέως αυτών Τιγλατπιλεζάρ Α’(κατάκτηση εφήμερη). Περί το Θ’αι. πΧ μεγάλη επιδρομή των Σκυθών. Τον Η’αι.πΧ την επίθεση των Μήδων και Περσών. Τον δε ΣΤ’αι.πΧ υποτάχθηκαν οριστικά στους Πέρσες. Τη περίοδο αυτή το κράτος διαιρέθηκε σε Σατραπείες με δικούς τους διοικητές γνωστοί στους Έλληνες ως Τύραννοι. Έτσι το φεουδαλικό σύστημα συνεχίζει κάτω από τον Μεγάλο Βασιλέα (των Περσών) και των δικών τους ηγεμόνων. Ένας δε εξ αυτών ο Αριαράθης Α' κατάφερε να ενώσει υπό την εξουσία του όλη τη Καππαδοκία Δ’πΧ αι. την οποία ανέλαβε μετά θάνατο ο γιος του Αριαράθης Β' (επί του οποίου εκστράτευσε ο Αλέξανδρος ο Μέγας). Τη περίοδο αυτή η Καππαδοκία αποτελεί ένα μεγάλο αυτόνομο κράτος μέσα στη Περσία.
Όταν ο Αλέξανδρος ο Μέγας τη κατέλαβε σεβάστηκε την αυτονομία της και διατήρησε αυτή μέχρι το θάνατό του οπότε και οι διάδοχοί του τη κατέλαβαν ολοσχερώς και την έδωσαν στον Ευμένη (322πΧ) Το 315 πΧ καταλήφθηκε από τον Αντίγονο μετά τη μάχη στην Ιψώ όπου και υπάχθηκε στο κράτος των Σελευκιδών. Πολύ γρήγορα όμως ανέκτησε την αυτονομία της από τον Αριαράθη Γ' που κατέλαβε τη Μεγάλη Καππαδοκία και τον Μιθριδάτη που κατέλαβε την άλλη του Πόντου.
Ελληνιστική εποχή
Με την αυτονομία αυτή αρχίζει ιστορικά όπως και ονομάστηκε η Ελληνοκαππαδοκική περίοδος γιατί από την εσωτερική εκπολιτιστική μεταβολή που υπέστει, από ασιατική χώρα έγινε χώρα ελληνική. Παρά ταύτα δεν έλειψαν οι έριδες μεταξύ των ηγεμόνων των δύο Καππαδοκιών για την ένωση σε μία Καππαδοκία. Το επέτυχε τελικά ο Μιθριδάτης Δ' ο Ευπάτωρ αφού εκδίωξε και κακοποίησε τον Αριαράνθη Η' (Α’αι.πΧ). Από τον Αριαράθη Γ' μέχρι του Αριαράθη Η' στη Μ. Καππαδοκία καλλιεργήθηκαν μετά ζήλου τα ελληνικά γράμματα και φιλοσοφία δίδοντας πρώτοι το παράδειγμα αυτοί οι Ηγεμόνες. Ο δε Αριαράθης ΣΤ' είχε έλθει και στην Αθήνα.
Οι δε ηγεμόνες εκείνης του Πόντου συνετέλεσαν πολύ ώστε να καταστήσουν τη χώρα τους κέντρο ελληνισμού. Όταν ένωσαν σε μία τη χώρα εξέτειναν το κράτος προς τη Κριμαία το Καύκασο τη Κολχίδα και τη Συρία. Αργότερα ο Μιθριδάτης Δ' ο Ευπάτωρ απείλησε την Ελλάδα ακόμη και τη Ρώμη. Προς το σκοπό αυτό έκανε τρεις πολέμους με σπουδαιότερο το πρώτο (88-85πΧ) όπου νικήθηκε στη Χαιρώνεια από τον Σύλλα και υποχρεώθηκε με τη Συνθήκη της Δαρδάνου να πληρώση μεγάλη πολεμική αποζημίωση, και το τρίτο (74-65 πΧ) που με σύμμαχο το γαμπρό του Τιγράνη, Βασιλεύς των Αρμενίων, προσπάθησε να κατακτήσει τη Βιθυνία αλλά νικηθείς από τον Λούκουλο και μετά από τον Πομπήϊο κατέφυγε στη Κριμαία όπου και δολοφονήθηκε.
Οι Ρωμαίοι τότε κατέλυσαν τη Καππαδοκία μεταβάλλοντάς τη σε ρωμαϊκή επαρχία. Το 70πΧ επανιδρύουν το κράτος της Καππαδοκίας υπό τον Αριοβαρζάνη, θανόντος δε αυτού άνευ απογόνων ο Μάρκος Αντώνιος έδωσε την Αρχή στον Καππαδόκη Αρχέλαο, λόγιος και συγγραφέας, τον οποίο και κάλεσε στη Ρώμη όπου και πέθανε το 17 μΧ άνευ διαδόχου. Τότε η Καππαδοκία χωρίσθηκε σε 3 επαρχίες.
Χριστιανική εποχή
Κατά τη περίοδο αυτή Καππαδοκία νοείται πλέον μόνο η Μεγάλη Καππαδοκία ενώ εκείνη προς τον Πόντο έχει πλέον καθιερωθεί με το όνομα Πόντος. Πόλεις ονομαστές αυτή τη περίοδο είναι οι Αριαθάμια (επί του Σάρου ποτ.), Τάβια (νυν Γκιοζγκάτ), Νύσσα, Μωκισσός (επί του Άλυος ποτ.), Αραβισσός, Κολώνεια, Ηράκλεια και Ναζιανζός.
Τον Α’ μΧ αι. ο εξελληνισμός της περιοχής αυτής είναι πλήρης. Και ακόμη κάποιες εβραϊκές κοινότητες ομιλούν και γράφουν ελληνικά. Αυτό βοήθησε τα μέγιστα στη εξάπλωση του Χριστιανισμού. Έτσι εδώ δημιουργούνται αξιόλογα κέντρα του χριστιανισμού όπως η Καισάρεια η πρώτη Μητρόπολη της νέας Θρησκείας. Τον Γ, Δ, και Ε αι. ακμάζουν η παιδεία και η φιλολογία.
Οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας Φερμελιανός ο Καισαρείας, Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας, Λεόντιος και Ευσέβιος οι Καισαρείας, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και Γρηγόριος ο Νύσσης (του Βασιλείου αδελφός) από εδώ διακρίνονται.
Ιδίως η δύναμη και η επιβολή που είχαν οι Μητροπολίτες της Καισαρείας ήταν τόση που πρωτοστατούσαν σε κάθε πολιτική και θρησκευτική κίνηση. Σκοπός του κάθε Μητροπολίτη ήταν η προαγωγή των γραμμάτων και των ευαγών ιδρυμάτων με συνέπεια όλη η Καππαδοκία να γίνει γρήγορα κέντρο κάθε θρησκευτικής και εκπαιδευτικής δράσης διατηρούμενο για αιώνες.
Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου η Καππαδοκία ενώθηκε με τον Πόντο και αποτέλεσε μικρό ίδιο κράτος υπό του ανεψιού του Αννιβαλιανού. Αλλά επί διαδόχων αυτού φονευθέντος του Αννιβαβιανού έγινε πάλι επαρχία του Βυζαντίου δεχόμενη επιδρομές από πέριξ λαούς.
Οι Αυτοκράτορες του Βυζαντίου διαπιστώνοντας τη σπουδαιότητα της χώρας στην αντιμετώπιση των Περσών και αργότερα Αράβων και Τούρκων κατέστησαν αυτή μεγάλο στρατιωτικό κέντρο. Και εις μεν τον Ταύρο και Αντίταυρο κατασκεύασαν πολλά αμυντικά οχυρωματικά έργα καλούμενα «Κλεισούρες» εις δε τα πεδινά συγκέντρωναν το στρατό για προετοιμασία επιθέσεων. Στη Καππαδοκία συγκέντρωσε το στρατό του ο Ιουστινιανός κατά των Περσών, και ο Ηράκλειτος όταν νίκησε τον Χοσρόη Β’ (623) τελικά όμως υπέκυψε κάτω από το βάρος των επαναλαμβανόμενων επιθέσεων των Αράβων οι οποίοι κατέλυσαν οριστικά τη πέραν του Αντιταύρου χώρα.
Τουρκική περίοδος
Στα τέλη του ΙΑ’αι. τη Καππαδοκία υπέταξαν οι Σελτζούκοι Σουλτάνοι και μετά τη διαίρεση του μεγάλου σελτζουκικού κράτους απετέλεσε μέρος του κράτους του Ικονίου ή Ρουμ (Ρωμανία). Τον ΙΓ αι. μετά τη διάλυση και αυτού του κράτους, έγινε αυτόνομη χώρα επί μικρόν ΙΔ – ΙΕ αι. υπό τη Δυναστεία Καραμάν εξ ου και Καραμανία το όνομά της. Μετά την κατάλυση και αυτού από τους Οθωμανούς Τούρκους λίγο μετά τη κατάλυση της Κωνσταντινούπολης περιήλθε όλη η Καππαδοκία στους Τούρκους όπου και διατελεί σήμερα επαρχία.
Εκκλησιαστικά
Εκκλησιαστικά εξετάζοντας τη Καππαδοκία διακρίνουμε δύο περιόδους: τη πρώτη μέχρι της Δ Οικουμενικής Συνόδου (451) και τη δεύτερη από του 451 και εφεξής μέχρι σήμερα.
Κατά τη πρώτη η Καππαδοκία αποτελούσε μία Εκκλησία υπό τον Μητροπολίτη και Πατριάρχη Καισαρείας στον οποίο υπαγόταν και η Αρμενία. Κατά δε τη δεύτερη περίοδο αφενός αποσπάσθηκαν τα Τύανα και αποτέλεσαν ίδια Εκκλησία υπαγχθείσα αργότερα στην Εκκλησία Ικονίου, αφετέρου δε με απόφαση της Δ Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα υπάχθηκε ο ανεξάρτητος θρόνος της Καισαρείας υπό τον Αρχιεπίσκοπο της Κωνσταντινούπολης.
Έκτοτε και μέχρι σήμερα ο Καισαρείας τάχθηκε Πρωτόθρονος υπό τον Οικουμενικό Θρόνο Μητροπολίτης, Υπέρτιμος των υπερτίμων προς διάκριση των άλλων που καλούνται απλώς Υπέρτιμοι.
Σημειώσεις
Α) Μετά τη κατάληψη από τους Οθωμανούς και εκ του γεγονότος ότι η χώρα δεν ήταν και τόσο εύφορη άρχισε η μετανάστευση των χριστιανών με διεξόδους τρεις κυρίως δρόμους ο προς τη Μερσίνη κι από κει στην Αλεξάνδρεια, ο προς τη Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη και ο τρίτος προς Αμισό. Με το χρόνο και με την ανάπτυξη της συγκοινωνίας στη Μικρά Ασία άρχισαν να δημιουργούνται σειρά παροικιών κατά μήκος των παραπάνω οδών που πολύ αναπτύχθηκαν, εξ ων και πλείστοι μεγαλέμποροι, τραπεζίτες ακόμη και κυβερνητικοί υπάλληλοι, οι γνωστοί Καϊσερλήδες.
Έτσι το ΙΘ αι. άρχισε νέα ακμή του ελληνοχριστιανικού στοιχείου και των ελληνικών γραμμάτων στη Καππαδοκία, ιδίως από του 1870 που ανυψώθηκε στο μητροπολιτικό Θρόνο της Καισαρείας ο πρώην Διευθυντής της Μεγάλης του Γένους Σχολής Ευστάθιος (κ.κ. Κλεόβουλος) Αυτός συνετέλεσε στην ίδρυση Καππαδοκικής Αδελφότητας στη Κωνσταντινούπολη για συλλογή χρημάτων και ίδρυση σχολείων. Το 1882 ο διαμένων στη Μασσαλία ομογενής Θεόδωρος Ροδοκανάκης έθετε στη διάθεση του Πατριαρχείου κατ΄ έτος 5.000 φράγκα προς ίδρυση και συντήρηση Ιερατικής Σχολής που άρχισε να λειτουργεί το χειμώνα του 1882 στη Μονή Προδρόμου στο Ζιντζί-ντερε της Καισαρείας και της οποίας α’ δάσκαλος ήταν ο εξ Ανδρονικείου Σεραπίων Ιωάννου. Χάριν αυτής αργότερα φτιάχτηκε και οικοτροφείο στη Μονή.
Το 1904 ο από Κωνσταντινούπολη ομογενής Καππαδόκης Συμεών Σιντόσογλου ανοικοδόμησε λαμπρό διδακτήριο όπου και λειτουργούσε η Ιερατική Σχολή μέχρι το 1916-1917 οπότε κλείστηκε οριστικά από τους Τούρκους. Ο παραπάνω ομογενής είχε ιδρύσει και προικίσει δύο ακόμη ορφανοτροφεία (1 αρρ. και 1 Θηλ.). Η κατά Καισάρεια Ιερατική Σχολή λειτούργησε επί 35 έτη με 100 μαθητές ετησίως
Β) Καππαδοκικά ιδιώματα λέγονται μέχρι σήμερα ιδιώματα που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι της περιοχής και που είναι ένας κατακερματισμός ελληνικών λέξεων μέσα σε τουρκικά ιδιώματα και ήταν πολύ φυσικό αυτό να συμβεί αφού δεν υπήρχαν συμπαγείς ελληνικές ομάδες που να τα ομιλούν.
Μεγάλη αναστάτωση είχε προκληθεί πριν δέκα χρόνια όταν κάποιοι τουρίστες Έλληνες και περαστικοί οδηγοί από την περιοχή της Καππαδοκίας δήλωναν επιστρέφοντας σε ιδιαίτερες κρατικές υπηρεσίες ότι άκουσαν κάποιους να ομιλούν σπαστά «ελληνικά» συνδυάζοντάς τους με αγνοούμενους της Κύπρου
Βλέπε επίσης
- Καππαδοκική γλώσσα
Κατηγορία:Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Κατηγορία:Γεωγραφία Βίβλου
Κατηγορία:Εκκλησιαστική Ιστορία
Κατηγορία:Ελληνισμός Μικράς Ασίας
Κατηγορία:Ελληνιστική περίοδος
Κατηγορία:Ιστορική Γεωγραφία
Κατηγορία:Μικρά Ασία
Κατηγορία:Ρωμαϊκή περίοδος
Κατηγορία:Τουρκία
ja:カッパドキア
ko:카파도키아
ΣυρίαΣυρία: Χώρα της Ανατολικής Μεσογείου - Μέσης Ανατολής
ΤαρσόςΤαρσός (Tarsus) πόλη της Μικράς Ασίας στο Βιλαέτι (=Νομαρχία) των Αδάνων επί της σιδηροδρομικής γραμμής Μερσίνης Αδάνων ή οδικώς μισή ώρα με αυτοκίνητο από Μερσίνη.
Το 1927 είχε 22.000 κατοίκους
(Ιστορ) Η Ταρσός κατά πολύ αρχαία παράδοση (Στράβων c.673) κτίστηκε σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα εύφορη κοιλάδα εκατέρωθεν των όχθων του Κύδνου π. από τους πλανηθέντες προς αναζήτηση της Ιούς μετά του Τριπτόλεμου Αργείους. Κατά άλλη παράδοση κτίσθηκε όπως και η Αγχιάλη από τον Βασιλιά της Ασσυρίας Σαρδανάπαλο. Ποιο βέβαιο όμως φαίνεται να κτίσθηκε από τον Βασιλιά των Ασσυρίων Σενναχηρείμ περί το 680πΧ προς εξασφάλιση των από νότο κτήσεών του. Ήταν έδρα ίδιου Βασιλέως (Τύραννου) υποτελή του Βασιλέως των Περσών.
Ο Ξενοφών (Αναβ. Ι, 2.23) μνημονεύει τη Ταρσό ως πόλη μεγάλη και ευδαίμονα και ότι καταλήφθηκε από τον Κύρο τον Νεότερο το 401πΧ. Κατά τους χρόνους των διαδόχων (Επιγόνων) ανήκε στους Σελευκίδες, κατά δε τον μεταξύ Καίσαρος και Πομπήιου πόλεμο είχε ταχθεί υπέρ του πρώτου. Σ΄ αυτή τη πόλη υποδέχθηκε με μεγαλοπρέπεια ο Μάρκος Αντώνιος τη Βασίλισσα της Αιγύπτου τη Κλεοπάτρα. Επί Αυγούστου η Ταρσός ήταν “civitas libera” . Εδώ πέθανε ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Τάκιτος και εδώ ετάφη ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουλιανός.
Κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους η Ταρσός ήταν ονομαστή για τη φιλολογική και φιλοσοφική σχολή της, αμιλλώμενη εκείνη των Αθηνών και της Αλεξάνδρειας (Στρ.c 673), υπήρξε δε πατρίς των στωικών φιλοσόφων Αντίπατρου, Αρχέδημου, των δύο Αθηνόδωρων, των δύο γραμματικών Αρτεμίδωρου και Διόδωρου, του τραγικού ποιητή Διονυσίδη και άλλων πολλών που ζούσαν στη Ρώμη.
Επίσης στη Ταρσό υπήρχε πολυάνθρωπη ιουδαϊκή παροικία στην οποία είχε γεννηθεί ο απόστολος Παύλος (Πράξεις θ:11,30,ΚΑ:39). Κατά τις Σταυροφορίες εδώ πέθανε ο Αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β΄ ο Βαρβαρόσας 1190.
Στα σωζόμενα ερείπια της αρχαίας πόλης ενήργησαν ανασκαφές Γάλλοι αρχαιολόγοι, τα δε ερχόμενα στο φως ευρήματα μεταφέρθηκαν στο μουσείο του Λούβρου. Διασώθηκαν επίσης νομίσματα της αρχαίας Ταρσού, στατήρας εξ ηλέκτρου του 6ου πΧ αι. με παράσταση μιας δάμαλης θηλαζόμενη υπό μόσχου, και στατήρας εξ αργύρου του 500 – 450 πΧ με την αυτή παράσταση (να ήταν έμβλημα της πόλης;) καθώς και πλείστα άλλα που είχαν κοπεί υπό τους Σατράπες Τυριβάζου, Ορόντα, Φαρνάβαζου κ.ά. καθώς και επί Σελευκιδών τότε που η Ταρσός ήταν μία εκ των βασιλικών νομισματοκοπείων και επί των ρωμαϊκών χρόνων.
Σημείωση: α) Εδώ στη Ταρσό της Κιλικίας επί Διοκλητιανού το 290 υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο είκοσι χριστιανοί. Πολλών εξ αυτών τα ιερά λείψανα μεταφέρθηκαν στην Αφρική όπως περί αυτών κάνει λόγο ο ιερός Αυγουστίνος. Την μνήμη τους εορτάζει η Δυτική εκκλησία στις 6 Ιουνίου.
β) Δεν θα πρέπει να συγχέεται με την Ταρσό της Βιθυνίας που το κανονικό όνομά της ήταν Ταρσία αλλά ούτε και με το Τάρσιον πόλη της κάτω Παννονίας αναφερόμενη από τον Πτολεμαίο άγνωστη ακόμη και ακαθόριστης θέσης.
Κατηγορία: Γεωγραφία Βίβλου
Κατηγορία: Βυζαντινή Αυτοκρατορία
ko:타르소스
ΑντίοχοςΓενικά
Το αρχαίο Ελληνικό όνομα Αντίοχος αν και πολύ γνωστό στο κυρίως ελλαδικό χώρο, από τους μυθικούς ακόμα χρόνους, έγινε ευρύτερα γνωστό από τη Δυναστεία των Σελευκιδών, των Ελλήνων Βασιλέων της Συρίας και ιδιαίτερα από τον πατέρα του ιδρυτού της Δυναστείας αυτής.
Με το όνομα Αντίοχος αναφέρονται από τους μυθικούς χρόνους και έπονται κατά τους ιστορικούς χρόνους τα παρακάτω πρόσωπα:
- Αντίοχος: Γιος του Ηρακλή και της Μήδας, κόρης του Φύλαντα, Βασιλέα των Δρυόπων. Ένας των επωνύμων ηρώων της Αθήνας (της Αντιοχίδος φυλής).
- Αντίοχος: Ένας από τους πενήντα γιους του Αιγύπτου (κατά μυθογράφο Υγίνον) που φονεύτηκε από τη Δαναΐδα σύζυγό του Ιτέα.
- Αντίοχος: Ένας από τους γιους του Πτερέλαου, γιου του Ταφίου – Βασιλέως των Ταφίων ή Τηλεβοών, που εκστράτευσε κατά του Βασιλέως των Μυκηνών Ηλεκτρύονα για κτηνοτροφικές διαφορές.
- Αντίοχος: Ένας από τους οκτώ γιους του Μέλανος που με τα αδέλφια του θανατώθηκε από τον Τυδέα επειδή επιβουλεύτηκαν τη ζωή του πατέρα του Οινέα, Βασιλέως της Καλυδώνας.
- Αντίοχος (ο Μεσσήνιος). Βασιλεύς της Μεσσηνίας. Γιος του Φίντα και αδελφός του Ανδροκλή τον οποίο, συμβασιλεύοντα με αυτόν, εφόνευσε σε φιλονικία αν έπρεπε να ενδώσουν σε αίτημα των Λακεδαιμονίων και να τους παραδώσουν τον Πολυχάρη που εκ προσωπικών διαφορών με τον Σπαρτιάτη Εύαιφνο φόνευε όποιο Λακεδαιμόνιο έβλεπε μπροστά του. Γιος του Αντίοχου αυτού ήταν ο Βασιλεύς Ευφάης επί της βασιλείας του οποίου εξερράγη ο Α' Μεσσηνιακός πόλεμος.
- Αντίοχος (ο Αλευάδης). Βασιλεύς των Θεσσαλών – Δυναστεία των Αλευάδων.
- Αντίοχος (ο Αθηναίος). Ναύαρχος στον οποίο εμπιστεύτηκε τη διοίκηση του Αθηναϊκού στόλου ο Αλκιβιάδης στις παρά τη Φώκαια επιχειρήσεις, με τη ρητή εντολή να μη προκαλέσει αλλά και ούτε να δεχθεί πρόκληση του Λύσανδρου προς ναυμαχία. Αυτός όμως από πολεμικό ζήλο προκαλώντας περιεπλάκει σε ατυχή ναυμαχία στο κόλπο της Εφέσου, παρά το Νότιο (407 π.Χ.) όπου ο ίδιος πνίγηκε μετά τη βύθιση της προπλέουσας των άλλων τριήρους του ενώ ο Αθηναϊκός στόλος απώλεσε 15 τριήρεις (Ξεν.΄Ελλ. Ι' 5.11).Αποτέλεσμα αυτής της τραγωδίας ήταν η καθαίρεση του Αλκιβιάδη, από τους αντιπάλους του, εκ της στρατηγίας, αν και ανεύθυνος ο ίδιος.
- Αντίοχος. Αθηναίος κυβερνήτης πλοίου που στάλθηκε το 353 π.Χ. προς συνάντηση του Χάρητος.
- Αντίοχος ο γιος του Αισχίνου.
- Αντίοχος (ο Φωκεύς). Στρατηγός των Φωκαίων που συναρχηγός με τον Κριτόβουλο και με δύναμη 3000 πεζών, 600 ιππέων και άλλων Ελλήνων ανακατέλαβαν τις Θερμοπύλες κατά την εισβολή των Γαλατών (280 π.Χ.).
- Αντίοχος. Ο στρατηγός των Φωκαίων το 173-172 π.Χ.
- Αντίοχος (ο Ορεστίδης). Βασιλεύς της Ορεστίδος της Μακεδονίας κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (Θουκ. Β' 80). Παππούς ή προπάππος του στρατηγού Περδίκκα.
- Αντίοχος ο Ρόδιος. «Δημιουργός» (Δημόσιος Αξιωματούχος) Νάξου περί τα μέσα του 1ου π.Χ. αι.
- Αντίοχος ο Μακεδών: Αρχηγός των τοξοτών στο στρατό του Μ. Αλεξάνδρου στη παρά την Ισσό μάχη το 333 π.Χ. Πέθανε στην Αίγυπτο το 332 π.Χ. Ήταν ο πατέρας του Αμύντα.
- Αντίοχος ο Χιλίαρχος: Διοικητής στο στρατό του Μ. Αλεξάνδρου
- Αντίοχος (ο Μακεδών). Στρατηγός του Φιλίππου της Μακεδονίας, γενάρχης της Δυναστείας των Σελευκιδών.
- Αντίοχος Α' (ο Σωτήρ).
- Αντίοχος Β' (ο Θεός).
- Αντίοχος Γ' (ο Μέγας).
- Αντίοχος Δ' (ο Επιφανής).
- Αντίοχος Ε' (ο Ευπάτωρ).
- Αντίοχος Στ' (ο Επιφανής ή Βάκχος), γιος σφετεριστού - εκτός δυναστείας.
- Αντίοχος Ζ' (ο Ευεργέτης).
- Αντίοχος Η' (ο Καλλίνικος ή Φιλομήτωρ).
- Αντίοχος Θ' (ο Φιλοπάτωρ).
- Αντίοχος Ι' (ο Ευσεβής – Φιλοπάτωρ).
- Αντίοχος ΙΑ' (ο Επιφανής – Φιλάδελφος).
- Αντίοχος ΙΒ' (ο Διόνυσος ή Βάκχος – Επιφανής – Φιλοπάτωρ – Καλλίνικος).
- Αντίοχος ΙΓ' (ο Ευσεβής – Ασιατικός).
Από τη Δυναστεία των Σελευκιδών άλλοι Βασιλείς και Πρίγκιπες:
- Αντίοχος ο Ιέραξ (Βασιλεύς της Κιλικίας και Μ. Ασίας)
- Αντίοχος (πρωτότοκος του Αντίοχου Γ') και Αντίοχος (πρωτότοκος του Αντίοχου Ζ').
Βασιλείς της Κομμαγηνής
- Αντίοχος Α' (Κομμαγηνός).
- Αντίοχος Β' (Κομμαγηνός) και
- Αντίοχος Γ' (Κομμαγηνός)
Άλλα ιστορικά πρόσωπα
- Αντίοχος ο Λαρισαίος: Γιος του Ηρακλείδη συγκαταλεγμένος στο πίνακα των νικητών του 1ου π.Χ. αι.
- Αντίοχος ο Ηλείος, Μάντης της αρχαιότητας από το μαντικό γένος των Ιαμίδων. Πατέρας του μάντη Τισαμενού στη μάχη των Πλαταιών (Ηροδ. Θ' 33).
- Αντίοχος ο Λεπρεάτης, αθλητής πένταθλου, Ολυμπιονίκης και από δύο φορές νικητής στους αγώνες στα Ίσθμια και στα Νέμεα. Ανδριάντας του (έργο του Νικοδάμου) είχε στηθεί στην Ολυμπία.
- Αντίοχος, έφορος Σπαρτιάτης περί του οποίου λέγεται ότι όταν έμαθε ότι ο Φίλιππος ο Μακεδών έδωσε στους Μεσσηνίους τη χώρα τους ρώταγε "ει και το κρατείν αυτοίς μαχομένοις περί της χώρας έδωκεν" (αν τους έδωσε και το τρόπο να κρατήσουν τη χώρα τους μαχόμενοι) - (Δημοσθ. ΧΙΙΙ 410).
- Αντίοχος, παγκρατιστής εξ Αρκαδίας που με τον Θηβαίο Πελοπίδα μετέβη (367 π.Χ.) ως πρεσβευτής στον Βασιλέα των Περσών Αρταξέρξη για συνδρομή κατά των Λακεδαιμονίων. Στην επιστροφή του διακωμωδώντας το θρυλούμενο πλούτο του Πέρση Ηγεμόνα επαναλάμβανε ότι "η χρυσή πλάτανος δεν ήτο ικανή να παράσχη σκιάν και εις τέττιγα" (=τζιτζίκι) (Ξεν. Ελλ. VII, 1.33).
- Αντίοχος ο Συρακούσιος. Ιστορικός.
- Αντίοχος ο ιατρός ίσως και ο Πάκκιος Αντίοχος ή Πάκιος.
- Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης Φιλόσοφος.
- Αντίοχος ο Αυτόμολος, εκ Κιλικίας, Κυνικός φιλόσοφος, αναφέρεται από τον Δίωνα τον Κάσσιο (77. 19). Έλαβε μεγάλες τιμές από τους Σεβήρο και Αντώνιο, στα στρατεύματα των οποίων δίδασκε με ίδιο παράδειγμα πώς να υπομένουν αγόγγυστα κακουχίες. Αυτομολήσας όμως στους Πάρθους έλαβε τη προσωνυμία «ο Αυτόμολος».
- Αντίοχος ο Λαοδικείας. Σκεπτικός φιλόσοφος του 2ου αι. π.Χ., μαθητής του Ζήνωνα, ένας από τους οκτώ διαδόχους του Αινησίδημου (Διογ. Λαέρτη 9, 11 παραγρ. 106, 9, 12, ν 7).
- Αντίοχος ο Αθηναίος, άρχων των Αθηνών κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.
- Αντίοχος ο γλύπτης. Αθηναίος γλύπτης κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους τα έργα του οποίου κοσμούσαν ιταλικές επαύλεις, μεταξύ των οποίων και εκείνο της Αθηνάς κατ΄ απομίμηση της του Φειδία στην έπαυλη Λουντοβίτζι.
- Αντίοχος ο παιδαγωγός. Επίτροπος και παιδαγωγός του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β'. Εξελληνισμένος λογιώτατος Πέρσης στον οποίο εμπιστεύτηκε τη διαπαιδαγώγηση του Θεοδοσίου ο Βασιλεύς των Περσών Ισδιγέρδης τον οποίο και είχε καταστήσει κηδεμόνα ο πατέρας του.
Θρησκευτικά Πρόσωπα
- Αντίοχος, οσιομάρτυς, εκ Σεβάστειας του Πόντου, γιατρός, θανατώθηκε αρχές 4ου αι. δια αποκεφαλισμού. Η μνήμη του τιμάται στις 16 Ιουλίου ή 26 Ιουλίου. Ο δε δήμιός του Κυριακός (κατά τα συναξάρια) βλέποντας να ρέει γάλα αντί αίμα από το λαιμό του μάρτυρα, ομολόγησε χριστιανός όπου αποκεφαλίστηκε και αυτός.
- Αντίοχος, οσιομάρτυς, θανατώθηκε δια ξίφους μετά τινος Νικόστρατου. Η μνήμη του τιμάται στις 8 Ιουλίου.
- Αντίοχος, οσιομάρτυς, η μνήμη του οποίου τιμάται με άλλους μάρτυρες στις 23 Φεβρουαρίου ή 28 Φεβρουαρίου.
- Αντίοχος (ή Αντίοχος Στρατήγιος ή Στρατήγιος Αντίοχος), όσιος, μοναχός στη λαύρα της μονής του Αγ. Σάββα στα Ιεροσόλυμα. Περί το 620 συνέγραψε "Πανδέκτη της Αγίας Γραφής" εκ 130 λόγων που αποτελούν το απάνθισμα της ηθικής διδασκαλίας περί πίστης, ελπίδας, εστίασης, γαστριμαργίας, μέθης, εγκράτειας, νηστείας κά. και που καταλήγει σε προσευχή όπου διεκτραγωδεί την οικτρή κατάσταση των Αγίων Τόπων από τη καταδυνάστευση των βαρβάρων. Αναγνωρίστηκε όσιος και η μνήμη του τιμάται στις 24 Δεκεμβρίου.
- Αντίοχος, επίσκοπος Πτολεμαΐδος 4ος-5ος αι. Σύρος στη καταγωγή, δεινός ρήτορας επί εποχής Ιωάννου Χρυσοστόμου όπως αναφέρει ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωζόμενος ότι ερχόμενος στη Κωνσταντινούπολη "επί τοίς λόγοις επηνέθη καί χρήματα αθροίσας είς τήν αυτού πόλιν επανήλθεν" (Σωζ. εκκλ. ιστ. 8,10 και 67).
Επί θηλυκού, Αντιοχίς
- Αντιοχίς ή Αντιοχίδα. Η σύζυγος του, ιδρυτή του Βασιλείου των Σελευκιδών, Σέλευκου Α' και μητέρα του Αντίοχου Α'
- Αντιοχίς ή Αντιοχίδα. Αδελφή του Βασιλέως Αντίοχου Γ' (του Μέγα).
- Αντιοχίς ή Αντιοχίδα. Κόρη του Αντίοχου Γ' (του Μέγα) και σύζυγος του Αριαράθη, Ηγεμόνα της Καππαδοκίας.
- Αντιοχίς ή Αντιοχίδα. Κόρη του Αχαιού, αδελφή της βασίλισσας Λαοδίκης και του Ανδρομάχου, σύζυγος του, εκ Τίου, Άτταλου, γενόμενη έτσι μητέρα του Βασιλέως της Περγάμου Άτταλου του Α'
Σημαντικές ονοματοδοσίες
Με το όνομα Αντίοχος ονοματοδοτήθηκαν μία χώρα, μία φυλή (δήμος), 28 πόλεις, μία διώρυγα, ένας λιμένας, μία νήσος, και ένα μεγάλο έργο οδοποιίας στην εποχή των Σελευκιδών, που συνοπτικά αυτά είναι:
- Αντιοχίς ή Αντιοχίδα. Η περί την Αντιόχεια τη Μεγάλη, πρωτεύουσα της Συρίας, χώρα.
- Αντιοχίς ή Αντιοχίδα. Η δεύτερη, κατά την επίσημη σειρά, φυλή – δήμος της αρχαίας Αθήνας, προς τιμή του Αντίοχου, του γιου του Ηρακλή, από την οποία καταγόταν και ο Σωκράτης.
- 28 Πόλεις που ιδρύθηκαν ή μετονομάστηκαν σε Αντιόχεια.
- Αντιόχου διώρυγα. Ελληνικός εμπορικός σταθμός στην ακτή της Ερυθράς, δυτικά του ακρωτηρίου Δειρής, όπου άρχιζε ο Αναλίτης κόλπος (σημ. κόλπος του Aden).
- Αντιόχου λιμένας. Λιμένας της Ερυθράς αναφερόμενος από τον Κλαύδιο τον Πτολεμαίο (Δ, ζ, 8).
- Αντιόχου νήσος ή νήσος Αντιόχου. Μικρή νήσος κοντά στις εκβολές του ποταμού Ξάνθου (σημ. Ετσέν-τσαϊ) ακριβώς απέναντι της, παρά τους πρόποδες του Κράγου, πόλης των Σιδύμων (στη Λυκία).
- Αντιόχου φαράγγι. Διάνοιξη σημαντικής οδού με οχυρωματικό κτίσμα στη Κοίλη Συρία, έργο των Σελευκιδών, μνημονευόμενο από τον Ιώσηπο.
Σημείωση – ετυμολογία
Από την ετυμολογία του ονόματος Αντίοχος μπορούν να αποδοθούν συνώνυμες έννοιες του Ελεύθερου, Ανεξάρτητου, Πεζικάριου αλλά και Παρθένου.
Κατηγορία:Ελληνική μυθολογία
Κατηγορία:Ελληνιστική περίοδος
ΗράκλειοςΟ Βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος κάθισε στο θρόνο της Αυτοκρατορίας από το 610 μέχρι το 641.
Ο πατέρας του (επίσης με το όνομα Ηράκλειος) ήταν έξαρχος της Καρχηδόνας και ένας από τους παλαιούς στρατηγούς του αυτοκράτορα Μαυρίκιου, με σημαντικό ιστορικό θριάμβων στο Περσικό μέτωπο. Τον καιρό της βάναυσης βασιλείας του αυτοκράτορα Φωκά και της εντεινόμενης Περσικής απειλής, διέκοψε αρχικά την επικοινωνία με την πρωτεύουσα, καθώς και την τροφοδοσία με σιτάρι. Τελικά συγκέντρωσε σημαντικό στρατό και στόλο προκειμένου να κινηθεί εναντίον του. Υπό τη διοίκηση του γιού του Ηράκλειου, ο στόλος σαλπάρει από την Καρχηδόνα το 609, ενώ ταυτόχρονα ξεκινά ο στρατός από την ξηρά, υπό τη διοίκηση του ανηψιού του Νικήτα, και οι δυο με τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη.
Συναντώντας παντού θερμή υποδοχή, και ενισ | | |